Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Αφού το θέλεις θα σου πω μια ιστορία

Ξύπνησα ένα όμορφο, ηλιόλουστο πρωινό φορώντας ένα μεγάλο αναίτιο χαμόγελο. Αποφάσισα να πάω μια βόλτα κοντά στο παλιό μου σπίτι, έτσι για να δω την παλιά μου γειτονιά, να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια, να αναζητήσω ένα λόγο να γυρίσω στην πατρίδα μου, να θάψω τις μαύρες στιγμές που με έκαναν να το σκάσω.

Μπήκα στο μετρό και ξεκίνησα με προορισμό το 1991, στη διαδρομή ο κόσμος μπαινόβγαινε στα βαγόνια, αλλά η μεταλλική στριγκλιά όσο αυτά έγλυφαν τις ράγες παρέμενε η ίδια, ψυχρή, μεταλλική, μονότονη. Το ίδιο ψυχρά ήταν τα πρόσωπα μέσα στο τρένο, αγέλαστα, μουτρωμένα, ξινά, βλέμματα αγωνίας κρυμμένα πίσω από στρώματα μακιγιάζ, φτηνές απομιμήσεις ευτυχίας παντού γύρο μου.

Μπήκα χαμογελαστός, τώρα κοιτάζω με απορία ένα τύπο στην άλλη άκρη που χαμογελάει λες και αυτός δεν είχε προβλήματα, ήταν διαφορετικός από τους υπόλοιπους, φαινόταν ότι η ψυχή του είναι ανάλαφρη, απαλλαγμένη από το βάρος της καθημερινότητας. Ένας στους πενήντα χαμογέλαγε ευτυχώς είχα παρέα για μία ακόμα στάση. Κοίταξα λίγο καλύτερα μήπως και έχει κάποιο ipod και ακούει μουσική, τρόμος με πλημμύρισε, κανένα σημάδι της τεχνολογίας δεν του προκαλούσε το χαμόγελο, ήταν ειλικρινές!

Ο κουστουμάτος τύπος που μυρίζει κολόνια έκανε πως διάβαζε την εφημερίδα του προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της ψευτογκόμενας που συμπεριφέρεται λες και την πάνε με άμαξα στη δουλειά της, φαίνεται η καλή νεράιδα την άφησε να βλέπει το μετρό σαν άμαξα και όλους εμάς σαν αυλικούς. Τον αγνοεί επιδεικτικά, όπως και όλους μας γύρω της, δεν έχω ξαναδεί τόσο νεκρό βλέμμα φορεμένο πάνω σε δύο υπέροχα μάτια.

Έφτασα στη στάση μου, κατεβαίνω πριν προλάβει να με ποδοπατήσει το πλήθος που προσπαθεί να περάσει από μέσα μου. Ανεβαίνω στο δρόμο και παρατηρώ τα αυτοκίνητα, είναι καθημερινή, είναι λίγο πριν το μεσημέρι, σκέφτομαι πως οι μισοί Έλληνες είναι δημόσιοι υπάλληλοι και τα καταστήματα είναι ανοιχτά, ενώ οι μετανάστες ξεχωρίζουν, ποιοι είναι όλοι αυτοί που μοιάζουν σαν εμάς μέσα στα αυτοκίνητα; Πού πάνε;

Έφτασα στο σπίτι μου, ίχνος από δέντρο, ο κισσός είχε κοπεί και το σπίτι είχε βαφεί εξωτερικά σε ένα απαίσιο χρώμα, όλος ο κήπος είχε καλυφθεί με τσιμέντο και είχε μετατραπεί σε parking. Εκεί έπαιζα μικρός, είχε γρασίδι, έξι μεγάλα δέντρα περιμετρικά και 2 πορτοκαλιές στη μέση, έκανα και ποδήλατο γιατί στο δρόμο δεν με άφηναν. Τώρα ο δρόμος είναι το σπίτι. Το οικόπεδο δίπλα, η μονοκατοικία απέναντι, και το εγκαταλελειμμένο σπίτι στη γωνία δεν υπάρχουν, φύτρωσαν λευκά κουτιά στη θέση τους, αισχρά δημιουργήματα κάποιων μελαγχολικών αποφοίτων Αρχιτεκτονικής.

Δεν είχαμε τόσα αυτοκίνητα, τώρα δεν έχουμε parking, είχαμε χαλάκι για να σκουπίζουμε τα πόδια μας από τα χώματα πριν μπούμε, τώρα το χώμα το πουλάνε στο σούπερ μάρκετ, είχαμε δεντράκια και πράσινο, τώρα έχουμε εκμεταλλεύσιμο χώρο, δεν είχα παρέα άλλα παιδάκια στη γειτονιά και έπαιζα με τις γατούλες, δεν είδα ούτε ένα μυρμήγκι εδώ και δύο εβδομάδες, χαμογελάγαμε στο δρόμο, τώρα δεν χαμογελάμε ούτε στο σπίτι μας.

Σταμάτησα να χαμογελάω, πρέπει να φύγω

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Έρημα όνειρα

Πίστεψα μέσα μου ότι θα σ' άλλαζα
κι ότι τα μαύρα θα σ' έκανα να βγάλεις
μα δε λογάριασα πόσα φαντάσματα
θα κυριεύουν εσένα όταν πλαγιάζεις

Έρημα όνειρα αφήσαν τα λόγια σου
και μια ψυχή μόνη να τυραννιέται
έρημα όνειρα αφήσαν τα λόγια σου
και το παιδί τώρα μέσα μου χαλιέται

Δώσε μου δύναμη τα τόσα όνειρα
να ελευθερώσω κάποιος άλλος να τα κάνει
ήταν αδύνατο να βρω σε σένανε
ένα λιμάνι χωρίς φουρτούνα πάλι

Έρημα όνειρα αφήσαν τα λόγια σου
και μια ψυχή μόνη να τυραννιέται
έρημα όνειρα αφήσαν τα λόγια σου
και το παιδί τώρα μέσα μου χαλιέται